Στον Πελοπίδα Σαριδάκη, το Ζαριανό χαμπιολάτορα,
που πέθανε κατά τη διάρκεια της σύνταξης του παρόντος άρθρου.
Οι τρεις μεγάλες οικογένειες μουσικών οργάνων, τα κρουστά, τα πνευστά και τα έγχορδα, εμφανίζονται σε όλη την επιφάνεια της γης, όπου έζησαν ή ζουν άνθρωποι, σε μια απίστευτη ποικιλία από παραλλαγές, που οδηγούν όμως, στην κοινή βάση τους, σε ένα αξιοπρόσεκτο συμπέρασμα: όλοι οι αρχαίοι λαοί, από τις φυλές των σπηλαίων ως τα οργανωμένα βασίλεια, ακολούθησαν την ίδια πορεία για να αναπαραγάγουν τους ήχους της φύσης, εξυπηρετώντας σκοπούς μαγικούς ή πραχτικούς και αργότερα (ή μήπως πρωταρχικά;) αναζητώντας διέξοδο στην ανάγκη να εκφράσουν τους πόθους και τις αγωνίες τους -κι έτσι να τις διώξουν από μέσα τους και να λυτρωθούν απ’ αυτές.
Στην Κρήτη, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, παρά την είσοδο των εγχόρδων (που συντελέστηκε προοδευτικά ώς τις αρχές του 20ού αιώνα, αν και δεν έχει μελετηθεί ακόμη σε ικανοποιητικό βαθμό), τα κρουστά και τα πνευστά μουσικά όργανα διατήρησαν το χαρακτήρα τους και τον καλλιτεχνικό και κοινωνικό τους ρόλο περίπου ως τα μέσα του 20ού αιώνα. Από τότε εκτοπίζονται με γρήγορους ρυθμούς, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού της κρητικής υπαίθρου, και σήμερα διατηρούνται απ’ αυτά μόνο ελάχιστα κατάλοιπα.
Ενώ το κρητικό κρουστό, το νταουλάκι, εντοπίζεται αποκλειστικά στο χώρο του νομού Λασηθίου (κι αυτό όμως έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί)[1], τα πνευστά γνώρισαν ευρύτατη χρήση σε όλες τις περιοχές του νησιού (πρόκειται μάλλον για παράλληλη γέννηση και όχι για διάδοση). Είναι τρία μουσικά όργανα, το χαμπιόλι, η μπαντούρα και η ασκομπαντούρα, χωρίς να συμπεριλάβουμε διάφορα ηχητικά αντικείμενα, όπως η νουνούρα [τρυπημένο καπάκι χοχλιού (κέλυφος σαλιγκαριού) σκεπασμένο με μεμβράνη][2] και η σφυρίχτρα[3], και η μπουκόλυρα (μίμηση του ήχου της λύρας με το στόμα).
Φυσικά τα όργανα αυτά, όπως και τα τοπικά έγχορδα, εντάσσονται στην οικογένεια των μουσικών οργάνων του ευρύτερου ελληνικού χώρου και ιδιαίτερα του νησιωτικού (αιγαιακού), με τις προεκτάσεις της στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της πάλαι βυζαντινής ανατολής.
Πρόκειται για ποιμενικά όργανα και στην εξάπλωσή τους συνέβαλαν καθοριστικά οι ατέλειωτες ώρες στη μοναξιά του βουνού: «Η μπαντούρα είναι η διασκέδαση του βοσκού, προ πάντων του στειρονόμου γή γιτσικονόμου, όντεν είναι το καλοκαίρι ξαπλωμένος κάτω στο σκιανιό και σκοτώνει την ώρα του σα σταλίσουν τα οζά του… το μπαμπιόλι βγάνει σκοπό γλυκιό και λυπητερό και το παίζουν οι βοσκοί κατά τα βραδιάσματα, ώρα που γη κι ουρανός γρινιάζουν»[4].
Εξυπακούεται ότι όλοι οι μουσικοί που τα χρησιμοποίησαν ήταν ερασιτέχνες, αυτοδίδακτοι και εμπειρικοί, δηλαδή λαϊκοί μουσικοί, χωρίς θεωρητικές μουσικές γνώσεις, και ως επί το πλείστον τα κατασκεύαζαν μόνοι τους (το ίδιο ίσχυε και για τους λυράρηδες). Στην εξαφάνισή τους συνέτειναν αφενός η εξάπλωση της λύρας κατ’ αρχάς και αργότερα του μαντολίνου, που με τις τεχνικές τους δυνατότητες κέρδισαν και τελικά μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του κτηνοτροφικού πληθυσμού της Κρήτης[5], και αφετέρου το πέρασμα -προοδευτικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1960- της κρητικής παραδοσιακής μουσικής στα χέρια των επαγγελματιών μουσικών [που, κάνοντάς την πολυπλοκότερη και εντυπωσιακότερη (αν και όχι πάντα ουσιαστικότερη), δεν ενδιαφέρθηκαν για πνευστά στα γλέντια τους] σε συνδυασμό με την αλλαγή στον τρόπο ζωής του Κρητικού βοσκού: το αυτοκίνητο επιτρέπει πλέον τη διαμονή στο χωριό, ενώ το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και τελικά η κασσέτα και το CD σχεδόν συρρίκνωσαν την ερασιτεχνική ενασχόληση με τη μουσική στο επίπεδο της ακρόασης.
***
[1] Βλ. λυροντάουλο στον εξαιρετικού ενδιαφέροντος δίσκο του Μαθιού Γαρυφαλλάκη Παλαϊκές Σητειακές Κονδυλιές, HMV 1972, CSDG45. Περισσότερα για το νταούλι βλ. Φοίβου Ανωγειανάκη, Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Οργανα, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, σελ. 117-131.
[2] για την οποία βλ. Φοίβου Ανωγειανάκη, ό.π., σελ. 135-136 και 366, υποσ. 262 (την κατατάσσει στα μεμβρανόφωνα ηχητικά αντικειμενα), και Γ. Πιττόκου, «Τά Λυρομπάντουρα», Περιοδικό «Προμυθεύς ο Πυρφόρος», έτ. Γ’, αρ. φύλλ. 59, εν Ρεθύμνη 1 Ιουνίου 1927, σελ. Ζ’: «Η νουνούρα γίνεται με τσοι ράπες του κριθαριού, τση ταγής, τ’ αγγελάμου γή από την τσίπα του φύλλου τσ’ ασφεντυλιάς».
[3] Γ. Πιττόκου, ό.π.: «Η σφυρίχτρα γίνεται από τσοι φούσκες τση τραμιθιάς». Κυκλοφορούσαν όμως και αγοραστές (λεφτά δεν υπήρχαν…), για τις οποίες βλ. Γ. Βιτώρου, Τση Κρήτης μας τα σόρδινα, Λαογραφικές Εκδόσεις Αναστασάκη, Αθήνα 1986, σελ. 63
[4] Γ. Πιττόκου, ό.π.
Σελίδες: επόμενη »
Στείλε το με Email






Αυτό το blog, προέκυψε μετά από την ένωση του blog του mantinades.gr και του γνωστού σε όλους cretan-music.gr Δύο site, που ενώ ήταν διαφορετικά ως προς τη θεματολογία τους, είχαν τον ίδιο σκοπό. Τη διάδοση της πραγματικής Κρητικής μουσικής και την προστασία της από προσπάθειες αλλώτριωσής της και παγκοσμιοποίησής της. Ετσι αποφασίστηκε, ότι η ένωση των δύο αυτών site, θα ήταν το καλύτερο, τόσο για ουσιαστικούς λόγους παρουσίασης των άρθρων και των απόψεων, όσο και για τεχνικούς λόγους. Περισσότερες πληροφορίες για τους συντελεστές αυτού του site, 















1 Σχόλιο
TrackBacks / PingBacks
[...] βλ. κείμενο Θεόδωρου Ρηγινιώτη στο http://www.cretan-music.gr σχετικά με τα πνευστά μουσικά όργανα στην Κρήτη. [2] [...]