Οι χοχλοί (ανέκδοτο)

Οι χοχλοί (ανέκδοτο)

Έφυγε πρωί πρωί ο Μανόλης από το σπίτι να μαζέψει χοχλιούς.
-Μην αργήσεις όμως, του λέει η γυναίκα του, γιατί θα ρθούνε τα κοπέλια από τη χώρα.

Πάει αυτός γερά γερά, σε ένα τόπο που κάτεχε, μαζώνει ένα κουβά, μα ήτονε νωρίς και πέρασε από το καφενείο. Μαζωμένη ήτονε η παρέα και πίνανε ρακές.
-Προκάνω να πιω μια, μέχρι να ρθούνε τα κοπέλια από τη χώρα.

Η μια γινήκανε δυο, οι δυο τρεις και πήε μεσημέρι.
– Πάω δα γιατί θα `ρθούνε τα κοπέλια από τη χώρα.

Μέχρι το σπίτι, του πάντηξε ο σύντεκνος του.
-Έλα Μανόλη να δοκιμάσομε το καινούριο κρασί.
-Μια θα πιω γιατί θα ρθούνε τα κοπέλια από τη χώρα και ανέ ΄ργήσω ποιος γροικά την κερά…

Η μια γινήκανε δυο, οι δυο τρεις και τύφλα τση μεθιάς, σκοτεινιασμένα μπλιο, επήε στο σπίτι.
Στο σκαλούνι όμως εσκόνταψε και του πέσανε από τον κουβά οι χοχλιοί και πιάσανε τον κόσμο.

Διαβάστε ακόμα:  Ένα παθιασμένο γράμμα στην Κρητική διάλεκτο

Ανοίγει την πόρτα η κερά του και τον -ε- γροικά να λέει στι χοχλιούς
– Άντε μπλιο. Σαλεύγετε γερά γερά γιατί θα ρθούνε τα κοπέλια από τη χώρα…

Σας άρεσε; Μοιραστείτε το

Θα σε ενδιαφέρουν και αυτά

σχόλια