Αλέξανδρος Παπαδάκης και Αλέξανδρος Αγγελάκης. Ζευγάρι από τα λίγα, χωρίς πολλά-πολλά. Απολαύστε τους… σε παρέα.

Στο σύθαμπο τση θύμησης θωρρώ σε ανάρια-ανάρια,
μα μοιάζεις μ’αξεδίλιατου ονείρου απομεινάρια.
Αλέξανδρος Παπαδάκης και Αλέξανδρος Αγγελάκης. Ζευγάρι από τα λίγα, χωρίς πολλά-πολλά. Απολαύστε τους… σε παρέα.

Στο σύθαμπο τση θύμησης θωρρώ σε ανάρια-ανάρια,
μα μοιάζεις μ’αξεδίλιατου ονείρου απομεινάρια.
Ο Ιωάννης Βαρδάκης (Κοντόχας) ήταν ο σημαντικότερος λυράρης των πλούσιων σε μουσική παράδοση Αρχανών Ηρακλείου Κρήτης. Έζησε ανάμεσα στο τέλος του 19ου και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα στις Αρχάνες, απ’ όπου καταγόταν, ήταν όμως γνωστός και στην ευρύτερη περιοχή. Σπουδαίος καλλιτέχνης και δεινός ριμαδόρος (λαϊκός ποιητής), με ιδιαίτερα ανεπτυγμένο το στοιχείο της σάτιρας, υπήρξε κοσμαγάπητος και περιζήτητος στα μεγαλύτερα γλέντια της εποχής του, μα και στις απλές εκδηλώσεις, τις χαρές και τα πανηγύρια του λαού μας. Πέθανε κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής (1941-1944). Η τοπική λαϊκή μούσα εξύμνησε το χαρακτήρα και τις ικανότητές του με τις μαντινάδες:
Κοντόχα, παιγνιδιάτορα κι όμορφο παλληκάρι,
εγλεντιστή, τραγουδιστή, ’πό το Θεό ’χεις χάρη.
Δεν είδανε τα μάθια μου περβόλι στο χαράκι,
εγλεντιστή, τραγουδιστή ωσάν τον Κοντοχάκη.
Αναφέρομε το περιστατικό ενός μικρού θαυμαστή του (ήταν ο Μιχάλης Νισιωτάκης πριν από περίπου 70 χρόνια), που σε κάποιο γλέντι τον πλησίασε και του είπε μια μαντινάδα που του είχε μάθει από πριν η μάνα του:
Χαρώ τα ’γώ, λυράρη μου, τα πέντε σου δαχτύλια,
είντ’ απαλά, ψιμυδευτά χαϊδεύγουνε τη λύρα!
Ο Κοντόχας, ενθουσιασμένος, του έδωσε αμέσως την απάντηση με μαντινάδα της στιγμής:
Επαίνεσες με, μάθια μου, κι εγώ δα σε παινέσω
και στσ’ ακριβές σου τσι χαρές λυρα πολύ θα παίξω.
Ο Ιωάννης Δερμιτζάκης (Δερμιτζογιάννης) ήταν ένας από τους περισσότερο γνωστούς εκπροσώπους της μουσικής παράδοσης της ανατολικής Κρήτης και συγκεκριμένα της επαρχίας Σητείας και συγκαταλέγεται στους παραδοσιακούς μας μουσικούς που έκαναν γνωστή και αγαπητή την κρητική μουσική στην υπόλοιπη Ελλάδα, ιδιαίτερα μάλιστα στα Δωδεκάνησα, που συγγενεύουν μουσικά με την Κρήτη και κατεξοχήν με τη Σητεία.
Γεννήθηκε το 1907 στη Μαρωνιά Σητείας (ήταν δηλ. χωριανός του κορυφαίου Στειακού λυράρη Ιωάννη Σολιδάκη ή Κιρλίμπα, πράγμα που συνεπάγεται γόνιμη διαπροσωπική σχέση) και άφησε τον κόσμο τούτο το 1984. Κληρονόμος της εξαίρετης στειακής μουσικής παράδοσης (ξεκίνησε να παίζει τις πρώτες του κοντυλιές με μαντολίνο, θαμπιόλια και μαντούρες), ο Δερμιτζογιάννης ήταν «πολυσύνθετος, δημιουργικός, παραγωγικός, ποιητάρης δόκιμος, βιολάτορας, λυράρης δεξιοτέχνης, γλυκόλαλος εκφραστικός τραγουδιστής… Η σάτιρα και τα ευτράπελα έμμετρα σχόλια των συνηθειών και των καταστάσεων του μεταπολεμικού κόσμου είναι ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του παραγωγής που τυπώθηκε και σε βιβλία αλλά πέρασε και στους δεκάδες δίσκους του Δερμιτζογιάννη (πρώτη ηχογράφηση δίσκου το 1953) που περιέχουν τις μουσικές διαδρομές του απ’ άκρου σ’ άκρο της Κρήτης, τις δικές του δημιουργίες, τις δοξαριές και τα τραγούδια του» (Μαν. Δουλγεράκης, βιογραφικό του Δερμιτζογιάννη στη σειρά δίσκων «Πρωτομάστορες της Κρητικής Μουσικής Ιστορίας», Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι).
Γεννήθηκε το 1933 στον Οψυγιά Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου και τα πρώτα του ακούσματα στη μουσική τα απέκτησε από το συγχωριανό του Στέλιο Κουτάκη, έναν υπέροχο λυράρη που χάθηκε πρόωρα στην περίοδο της κατοχής από πνευμονία. Το πρώτο του μουσικό όργανο ήταν ένας χοχλιός με τον οποίο έπαιζε τη λεγόμενη “μπουκόλυρα” (είχε πάρει ένα κέλυφος από χοχλιό και φυσούσε μέσα βγάζοντας ήχους που θύμιζαν λύρα):
“αφού να σκεφτείτε έπιανα ένα χοχλιό, του άνοιγα μια τρύπα, έβανα μια σκέπη από τη ρογαλίδα (ρογαλίδα=αράχνη) κι έκανα μπουκόλυρα μιας κι έβγαζε τόσο ωραίο ήχο που μου δημιουργούσε την επιθυμία να παίζω. Έπαιζα, λοιπόν, όλους τους σκοπούς με τη μπουκόλυρα από το χοχλιό στα παρτάκια που έκαναν οι νεαροί και οι κοπελιές του χωριού μου, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο. Ήμουν, λοιπόν, ο λυράρης με τη μπουκόλυρα. Έτσι με φώναζαν… Παράλληλα όμως μ΄ αυτή την ιδιόρρυθμη λύρα έκανα προσπάθειες να μάθω και την κανονική λύρα. ‘Ήταν η εποχή που είχε κυκλοφορήσει το «Μόνο εκείνος π΄ αγαπά μπορεί να το πιστέψει» του Σκορδαλού. Μόλις το άκουσα, ετρελάθηκα…”
Μανώλης Ακουμιανάκης, γνωστότερος με το παρώνυμο Χαντρακομανώλης, που το πήρε από τη μάνα του, της οικογένειας των Χανδράκηδων, με ρίζα το Άνω Μέρος Αμαρίου.
Γεωργός, λαϊκός οργανοπαίκτης (λυρατζής) και ριμαδόρος, συγκαταλέγεται στους γνήσιους εκφραστές της ποιητικής και καλλιτεχνικής διάθεσης του κρητικού λαού. Γεννήθηκε στο Γερακάρη (1915) και σχεδόν ογδόντα χρόνια με το σύνθετο ταλέντο του και το σπινθηροβόλο πνεύμα που τον διακρίνει, δίδει ξεχωριστό τόνο στις διάφορες εκδηλώσεις εορταστικού και πανηγυρικού χαρακτήρα μέσα στη Γερακαριανή κοινωνία. Το ταλέντο του στιχοπλόκου στην αρχή κατασπαταλήθηκε σε μια πολύ περιορισμένη θεματογραφία. Τα τελευταία χρόνια σημείωσε ουσιαστική μεταστροφή. Τα στιχουργήματά του (ιδιότυπης τεχνοτροπίας) απλώθηκαν σε ευρύτερους ορίζοντες και φάνηκε ο πηγαίος ποιητάρης με ισοδύναμες επιδόσεις σε όλα τα είδη της Ρίμας (παινετικής, σατιρικής, ιστορικής) – αλλά και με νεανική παραγωγικότητα ώστε να ελπίζουμε και σε επόμενες αξιολογότερες επιτεύξεις. Έχει συνθέσει και γράψει σε ιδιόχειρα πρόχειρα σημειώματα και πολλές άλλες ρίμες και τραγούδια, εκτός από αυτά που συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του «Γερακαριανές Ρίμες και Μνήμες», που είτε δεν σώζονται είτε δεν κρίθηκε σκόπιμο για διαφόρους λόγους να δημοσιευθούν.
Εξίσου βέβαια είναι ενδιαφέρουσες και οι «δοξαρές» του στη βροντόλυρα.
Πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο (Μεραρχία Κρητών) και στη Μάχη της Κρήτης που βρέθηκε αδειούχος λόγω τραυματισμού και κατατάχθηκε με την εισβολή στο έμπεδο Ρεθύμνου. Στην Κατοχή οργανώθηκε στον Αγώνα εναντίον των ναζί και τιμήθηκε με το Μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης. Είναι παντρεμένος με τη Ροδοθέα Ευαγγέλου Ταταράκη και έχει δυο γιους, μια κόρη και εννιά εγγόνια. Ρίμες και μαντινάδες του δημοσιεύονται συχνά σε τοπικές εφημερίδες του Ρεθύμνου, με μεγάλη επιτυχία.
[βιογραφικό από τον Κωνσταντίνο Ακουμιανάκη, αδελφό του Χαντρακομανώλη]
Οι Αλεφαντινοί (ο Νίκος και ο Μιχάλης) έχουν πολλά χρόνια που χωρίσανε. Ο καθένας πήρε το δρόμο του. Την πορεία του Μιχάλη τη γνωρίζετε οι περισσότεροι. O Νίκος αποφάσισε να απομακρυνθεί από την Κρητική μουσική όπως αυτή παρουσιάζεται μέσω της δισκογραφίας, των γλεντιών, και των πανηγυριών και ν’ασχοληθεί με αυτή μόνο μέσα από την κατασκευή μουσική οργάνων. Κυρίως λαούτων. Αυτή εξ’άλλου είναι και η ειδικότητά του και… δε μιλάμε για ένα απλό λαούτο, αλλά για ένα από τα μεγαλύτερα λαούτα της Κρητικής μουσικής.
Εδώ και πολύ καιρό έπεσε στα χέρια μου μια παλαιότερη ζωντανή ηχογράφησή τους, γραμμένη μάλλον σε κασσετόφωνο. Δυστυχώς δεν έχω περισσότερες πληροφορίες για το πότε ή το που έγινε η ηχογράφηση. Οποιος έχει περισσότερες πληροφορίες, ας τις μοιραστεί μαζί μου. Θα του ήμουν ευγνώμων. Η ηχογράφηση, πρέπει πως έχει γίνει στο Κρητικό κέντρο Ζορμπάς, ένα από τα μαγαζιά της Αθήνας που κατά περιόδους, μπορεί κάποιος ν’ακούσει καλή Κρητική μουσική (ευχαριστώ Γρηγόρη).
Από τη συγκεκριμένη ηχογράφηση, διάλεξα το δικό τους “Λίμνες τα μάτια σου“, γιατί θεωρώ ότι είναι ένα από τα τελευταία μεγάλα συρτά που έβγαλε η Κρητική μουσική.
Audio clip: Adobe Flash Player (version 9 or above) is required to play this audio clip. Download the latest version here. You also need to have JavaScript enabled in your browser.
Η μουσική του Αχιλλέα Δραμουντάνη δεν είναι εύκολα αποδεκτή από το αυτί μου, για 3 κύριους λόγους…
1. Γιατί, στις εμφανίσεις του έχει μεταφέρει την Ανωγειανή παράδοση μόνο ως προς το σκέλος της κοντυλιάς, παραμερίζοντας όλα τα άλλα υπόλοιπα ακούσματά της που θεωρώ ότι ως παιδί (τουλάχιστον) τα έχει βιώσει, αλλά δεν τα εφαρμόζει.
2. Γιατί ξεδιάντροπα πολλές φορές -αν όχι πάντα- μεταφέρει τη “μαγκιά του λυράρη“ στον τρόπο της συμπεριφοράς του. Αυτή τη στιγμή, μπορώ να φέρω στο νου μου, μόνο αυτόν και τον Μανώλη Αλεξάκη, που το κάνουν τόσο έντονα, ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα και στα μάτια του αδαή. Οσοι δεν μπορέσατε να καταλάβετε τί εννοώ λέγοντας “μαγκιά του λυράρη”, ας κάνει τον κόπο ν’αφήσει ένα σχόλιο, ώστε να το ξεκαθαρίσω.
3. Γιατί μου είναι μουσικά αδιάφορη, όσες φορές την άκουσα, ίσως γιατί και ο ίδιος να είναι αδιάφορος.
Ομως, όσο και να μη μου αρέσει ο Δραμουντάνης (κυρίως για τους λόγους που προανέφερα), ακούγοντας το παρακάτω βίντεο, δε μπορώ παρά να “υποκλιθώ” (έστω και με εισαγωγικά) στη λιτή και συνάμα μελωδική και παραγωγική λύρα με τις Ανωγειανές καταβολές που ελαφρά “Αερίζουν” που συμπληρώνεται με τον ίδιο τρόπο από το τραγούδι του, που δεν υπερβάλλει. Δε μπορώ παρά να υποκλιθώ σε μια από τις κορυφαίες μαντινάδες που άκουσα τελευταία: