cretan music – mantinades

Τώρα πια… όχι μόνο μαντινάδες, αλλά και Κρητική μουσική

Αποτελέσματα κατηγορίας ‘βιογραφίες’

Γεννήθηκε το 1947 στο χωριό Ζαρός Καινούργιου του νομού Ηρακλείου. Με τη λύρα άρχισε να ασχολείται από όταν ήταν επτά χρονών και την πρώτη του λύρα του την έφτιαξε ο πατέρας του. Όταν ήταν δέκα χρονών του αγόρασε μια βιολόλυρα (αρκετά δημοφιλές μουσικό όργανο στην περιοχή της Μεσσαράς – έχει τέσσερις χορδές) και από τότε συνεχίζει να παίζει και τρίχορδη και τετράχορδη λύρα. Τα πρώτα ακούσματα του ήταν από τους χωριανούς του λυράρηδες και λαουτιέρηδες και είναι αυτοδίδακτος.

Το 1961 έρχεται στο Ηράκλειο και από τότε είναι και μόνιμος κάτοικος Ηρακλείου. Στο πρώτο γλέντι που έπαιξε ήταν 13 ετών με τον λαουτιέρη Γιάννη Αποστολάκη. Το 1965 η δισκογραφική εταιρεία ΠΑΝΙΒΑΡ ανακαλύπτει τον νεαρό και ταλαντούχο Μανόλη Καρπουζάκη, έτσι το 1966 κυκλοφορεί η πρώτη του δισκογραφική δουλειά, δίσκος 45 στροφών με τίτλο “Στης δυστυχίας τις στιγμές” με δυο τραγούδια, ένα συρτό από την μια πλευρά και κοντυλιές από την άλλη, ακολουθούν άλλοι 5 δίσκοι 45 στροφών. Μέχρι σήμερα το έργο του φτάνει στις 102 προσωπικές δισκογραφικές δουλειές και 30 συμμετοχές σε άλλους καλλιτέχνες. Από το 1966 μέχρι και το 1982 συνεργάζεται με την εταιρεία ΠΑΝΙΒΑΡ στην οποία έχουν κυκλοφορήσει 55 έργα σε δίσκους και ζωντανές ηχογραφήσεις σε κασέτες. Από το 1982 μέχρι πρόσφατα συνεργαζόταν με την εταιρεία ΚΡΕΤΑΦΩΝ στην οποία έχει κυκλοφορήσει τα υπόλοιπα έργα του.

Είχε παίξει πολλές φορές στην Ευρώπη, στην Αυστραλία, στην Κύπρο αλλά και σε όλη την Ελλάδα όπου υπάρχει σύλλογος Κρητών. Είχε πολλές εμφανίσεις σε δημοφιλή κρητικά κέντρα σε Ηράκλειο και Αθήνα. Συνεργάτες του στις δισκογραφικές δουλειές είναι: Κοτζαμπασάκης Μ.- Κοκαράκης Α.- Σαλούστρος Π.- Κρουσανιωτάκης Γ. – Παπατσαράς Μ.- Πετσάκης Γ. – Αλεφαντινός Ν. – Ζαμπουλάκης Γ. – Λαρεντζάκης Μ.- Φουκάκης Δ.- Τσαφαντάκης Β.- Γιατρομανολάκης Ν.- Κακλής Μ.- Νενεδάκης Μ.-Σαλούστρος Α.-Σαλούστρος Β.-Σκουλάς Δ.- Πατενταλάκης Ν. – Γιαννακάκη Ε.-Γρηγοράκη Ε.-Χρονάκη Σ.- Γιαμπουλάκης Λ. κά.

Ήταν παντρεμένος με την Ελένη Μπαρμπιανιτάκη το γένος Φιτσάκη από το Πετροκεφάλι της Μεσσαράς και είχε δυο παιδιά τον Γιώργο και την Ειρήνη η οποία μάλιστα του έχει χαρίσει δυο εγγόνια την Ελένη και το Γιάννη. Ήταν επίσης από τα πρώτα μέλη του Παγκρητίου Συλλόγου Καλλιτεχνών Κρητικής Μουσικής και είχε διατελέσει αντιπρόεδρος τα έτη 1994 έως 1997.

Ο Μανώλης Καρπουζάκης πέθανε στις 7 Ιουλίου του 2011 σε ηλικία μόλις 64 ετών…

YouTube Preview Image

βασισμένο στο βιογραφικό του καλλιτέχνη
όπως περιέχεται στο http://www.cretamusic.gr

Ο Γιώργος Τσαντάκης γεννήθηκε στη Δάφνη της Σητείας το 1962. Σπουδαίο ρόλο στη μουσική του καλλιέργεια έπαιξε η πρώϊμη επαφή του (6 ετών) με τη βυζαντινή μουσική στο ψαλτήρι του Αγίου Ιωάννου. Σε ηλικία 13 ετών αρχίζει να μαθαίνει βιολί με το όργανο που του χάρισε ο Στέριος Γαδανάκης. Μετά το λύκειο πηγαίνει στην Αθήνα όπου αποφοιτά από το τμήμα μηχανολόγων της Σχολής Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε. ενώ παράλληλα φοιτά στο ωδείο Αθηνών μαθαίνοντας βυζαντινή μουσική κοντά στους κορυφαίους δασκάλους Σπύρο Περιστέρη και Λάζαρο Κουζινόπουλο.

Το 1987 έρχεται στο Ηράκλειο και ταξιδεύοντας σε όλη την Κρήτη έρχεται σε επαφή με όλη τη μουσική παρακαταθήκη του νησιού μας. Ταυτόχρονα όμως μελετά και ερευνά τα μουσικά μοτίβα της Ανατολικής Κρήτης. Η γνωριμία και επαφή με το Θανάση Σκορδαλο καθώς και η μουσική συνεργασία με τους λαουτιέρηδες Δημήτρη Φουκάκη και Ιωάννη Μαρκογιαννάκη αποτελούν σημαντικούς σταθμούς στην καριέρα του.

Το 1998 παρουσιάζεται στη δισκογραφία με το CD ‘Στειακό Γλυκοχάραμα’ από την Cretaphon. Από το 2002 διδάσκει παραδοσιακό βιολί στο μουσικό Γυμνάσιο Ηρακλείου. Το παίξιμο του Γ. Τσαντάκη χαρακτηρίζεται από τη νοσταλγία και την ευγένεια αλλοτινών καιρών. Οι κοντυλιές του είναι γλυκές, ήρεμες, μελαγχολικές και συνάμα ρωμαλέες-αισιόδοξες, σύμφωνα με τον Κ. Ατσαλάκη. Στο πρόσωπο του Γιώργου Τσαντάκη η Σητειακή μουσική παράδοση έχει βρεί ένα άξιο εκπρόσωπο και συνεχιστή.

Στο παρακάτω κείμενο σας παρουσιάζουμε μερικά βιογραφικά στοιχεία που καταφέραμε και συλλέξαμε για παλιούς Ρεθεμνιώτες μουσικούς, της γενιάς που έδρασε την περίοδο 1880-1940 δηλαδή λίγο πριν αλλά και ταυτόχρονα με τους λεγόμενους «πρωτομάστορες».

 

Δαλέντζας Γεώργιος

Σπουδαίος λυράρης στο Ρέθυμνο περί το 1880-1900 (;). Πιθανόν να διατηρούσε και καφενείο («Ρεθεμνιώτες! Στου Δαλέντζα εις τον καφενέ πλημμύρα, θα’ ναι απόψε οι μερακλήδες για ν’ ακούσουνε τη λύρα», από του ποίημα «Ρέθεμνος» του Γιώργη Καλομενόπουλου).

Άγνωστο εάν συνδέεται με τον αγωνιστή Γεώργιο Δαλέντζα του Εμμανουήλ από το Ατσιπόπουλο, που πολέμησε στις επαναστάσεις του 1866 και 1878.

 

Νικήστρατος Θ. Αλεξανδράκης

Λυράρης, ο πιο δημοφιλής στο Ρέθυμνο, τουλάχιστον κατά τη δεκαετία του 1900. Ο Γ. Καλομενόπουλος του αφιερώνει ένα από τα ωραία του ποιήματα που το επιγράφει ΝΝΝικήστρατος (!):

Απόψε που παλιά εποχή θυμούμαι ευτυχισμένη, ο λογισμός, Νικήστρατε, στη λύρα σου με στρέφει

και τη μορφή σου αναπολώ …καραμπογιατισμένη και σένα πάντα να σκορπάς το γέλιο και το κέφι.

Θυμάμαι σαν η λύρα σου εφούντωνε το γλέντι πώς χαμογέλα η Δέσποινα μ’αγάπη και καμάρι

κι εσύ να την πετροβολάς, Νικήστρατε λεβέντη, με μαντινάδες νόστιμες όλο αρχοντιά και χάρη :

Κάδιο και ζαχαρόνερο η Δέσποινα μου πίνει (ώπλα διάλε τα βάσανα κι από ζηλεύει ας σκάση)

και φέγγει και λαμποκοπά κι αστράφτει σα ρουμπίνι.

-Που ‘ναι , μωρή, η νοικοκυρά τη λύρα να κεράσει;

Μην ξαναβάψεις τα μαλλιά, Δέσποινα πέρδικά μου, γιατί όταν τα κορμάκια μας το βράδυ αγκαλιαστούνε,

όπως σιρώνει ο μπογιάς βάφει …και τα δικά μου, ώπλα, κι ας αποθάνουνε όσοι φτωχοί χρωστούνε.

Στην εποχή υπήρχε μια μόδα «εξευρωπαϊσμού» (ακόμα και στον τρόπο διασκέδασης), στην οποία ο Νικήστρατος προσπαθούσε να προσαρμοστεί για ένας ανάγκες εκείνων που τον καλούσαν. Το τελευταίο τετράστιχο από το ποίημα του Καλομενόπουλου είναι ενδεικτικό και χαρακτηριστικό:

και το θυμάμαι αξέχαστα σε κάθε φαγοπότι η λύρα πως σε κοίταζε όλο θυμό και φούρκα

σαν άφηνες ένας κοντυλιές κι αγκάλιαζες …Ευρώπη κι άρχιζες πόλκα και ποτίς, βαλσάκι και μαζούρκα

Σύμφωνα με έμμεσες πληροφορίες, ο Νικήστρατος διατηρούσε στο Ρέθυμνο και κατάστημα αποικιακών, ενώ καταγράφηκε ως ένας εκ των «δασκάλων» του Ανδρέα Ροδινού.

Σε σημείωμα στην Κρητική Επιθεώρηση, στις 16.2.1934, διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

«…τον αξέχαστο Νικήστρατο με την άδολη, την πάνα πρόσχαρη καρδιά, την ασυννέφιαστη ψυχή…

…ήταν πάντα το κλειδί της ευθυμίας μέσα σε μια καλοδεμένη παρέα…

…ήταν ο περιζήτητος να νοστιμίσει το γλέντι μιας οποιασδήποτε φιλικής συντροφιάς με τη χρυσή καρδιά και τη λύρα του.

…και τότε άρχιζαν οι περίφημες μαντινάδες του, παινέματα για τις νιες και τα παλικάρια, αισθηματικές, πεισματικές, φιλοσοφικές, κ.λ.π. Συνήθως άρχιζε με την πλιο κάτω που την είχε χαρισμένη στην καλή του σύντροφο την, όπως και κείνον, πάντα ευγενική και γλυκομίλητη γυναίκα του:

Ομπρός κρατεί βασιλικός κι εξ από πίσω βιόλα κι αν δε μου το πιστεύγετε ξανοίξετε τη κιόλα

Εσύ σαι τ’ άνθη των ανθώ και της μιλιάς το μήλο, εσύ ‘σαι που γεννήθηκες ομάδι με τον ήλιο

(του Ρεθυμνιώτη αρθρογράφου με παρατσούκλι “Σείριος”, 15.02.1934)

 

Εχει και άλλο »

“Γεννήθηκα στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1926. Είμαστε μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέλφια από τα οποία τα πέντε αγόρια είμαστε μουσικοί και τρία κορίτσια. Λαούτο πρωτόπιασα στα χέρια μου οκτώ χρονών. Ο πατέρας μου ήταν καλός λυράρης και στα γλέντια, τις παρέες και τις κοινωνικές συναντήσεις, του κρατούσαν πάσο άλλοι μουσικοί, κυρίως με μαντολίνο. Κάποτε, αγόρασε από την Αθήνα ένα λαούτο. Τότες εδώ, δεν υπήρχανε λαούτα. Ήτανε μόνο ο Μπαξεβάνης, ο Ψύλλος, ο Κουρκουλός και ένας δυο άλλοι στο Νομό Ρεθύμνου. Εμείς είχαμε ένα μεγάλο καφενείο στο Σπήλι, εκεί γινότανε τα γλέντια Σαββατοκύριακα κι όλες τις γιορτές. Ο πατέρας μου μετά τη δουλειά άνοιγε το μαγαζί άναβε το λουξ, ετοίμαζε και περίμενε τους πελάτες του. Κάθε βράδυ έπαιζε λύρα μόνος του. Εμένα, σαν μικρό παιδί που ήμουν, μου άρεσε πάρα πολύ και καθόμουνα πάντα σε μια γωνιά και τον άκουγα. Μια βραδιά με φώναξε κοντά του, μ’ έβαλε σε μια καρέκλα, μου έφερε το λαούτο και μου είπε: Εγώ θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα βάζεις το χεράκι σου και θα κάνεις “έτσι”» (δείχνοντάς μου τις κινήσεις του χεριού).«Μα δε φτάνω καλά» του’ πα εγώ, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά καθώς το χέρι μου ακουμπούσε στις χορδές ήμουνα μέσα στο χρόνο.

Εχει και άλλο »

Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης γεννήθηκε το 1930 στο χωριό Αγαλιανός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Η πρώτη λύρα του αποκτήθηκε σε ηλικία 17 ετών ως αμοιβή από εργασία στο αλώνισμα. Η δεύτερη ένα χρόνο αργότερα αποτέλεσμα φαμεγικής, αλλά και η αιτία να γνωριστεί ο Σπύρος με τον καταξιωμένο λυράρη Αλέκο Καραβίτη και να μεταβεί στην Αθήνα ως υπάλληλος και μαθητής του.

Η επαφή του κρατά ένα χρόνο, οπότε ο Σπύρος Σηφογιωργάκης επιστρέφει στην Κρήτη κι αρχίζει ουσιαστικά την καριέρα του, μαζί με τους αδελφούς Γιώργη και Γιάννη Μαράκη, Την εποχή εκείνη τα ακούσματα του Σπύρου είναι των Γιώργη Καλογρίδη, Γιώργη Μαρκογιαννάκη, Γιώργη Σταυριανάκη κ.ά. Στο Ρέθυμνο, το 1952 γνωρίζει το γνωστό κατασκευαστή μουσικών οργάνων Μανόλη Σταγάκη και αποκτά την πρώτη πραγματική λύρα που τον συνοδεύει μέχρι και σήμερα. Στο δισκάδικο του Λευτέρη Γαγάνη έρχεται σ’ επαφή με τα ακούσματα που προσφέρει πλέον η δισκογραφία, τον Καρεκλά, τον Μπαξεβάνη, το Σκορδαλό, κ.α.

Εχει και άλλο »

[Αυτοβιογραφικό σημείωμα (αποσπάσματα).
Εκφωνήθηκε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης σε τιμητική εκδήλωση το 1982]

koutsourelis-young“…Γεννήθηκα το 1914 στην Κίσσαμο και μεγάλωσα στην ίδια επαρχία, όπου ήταν και είναι ζωντανή η κρητική λαϊκή μουσική. Η μουσική με συγκινούσε από μικρό παιδί, όπως τους περισσότερους νέους της εποχής μου, ιδιαίτερα όμως η κρητική μουσική ριζώθηκε μέσα μου κι αυτό ίσως γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες (λαγουτιέρης) της εποχής του. Εκτός όμως από τον πατέρα μου πάρα πολλά άτομα της οικογένειας Κουτσουρέλη έπαιζαν διάφορα όργανα, λαούτα, λύρες, βιολιά και μαντολίνα. Μάλιστα κι εγώ στα πρώτα μου βήματα άρχισα με το μαντολίνο και θυμάμαι που οι δάσκαλοί μου στο Δημοτικό Σχολείο χόρευαν στις εκδρομές που τους έπαιζα, για να μην αναφερθώ στην παιδική μου ηλικία (4-5 ετών), που πάρα πολλές φορές χρησιμοποιούσα την σκούπα της μάνας μου δήθεν για μαντολίνο, η οποία με μάλωνε και μου ’παιζε και καμιά στο χέρι γιατί χαλούσα τις σκούπες.

Εχει και άλλο »

Ο Κοντόχας σε φημισμένη καρτ ποστάλ της εποχήςΟ Ιωάννης Βαρδάκης (Κοντόχας) ήταν ο σημαντικότερος λυράρης των πλούσιων σε μουσική παράδοση Αρχανών Ηρακλείου Κρήτης. Έζησε ανάμεσα στο τέλος του 19ου και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα στις Αρχάνες, απ’ όπου καταγόταν, ήταν όμως γνωστός και στην ευρύτερη περιοχή. Σπουδαίος καλλιτέχνης και δεινός ριμαδόρος (λαϊκός ποιητής), με ιδιαίτερα ανεπτυγμένο το στοιχείο της σάτιρας, υπήρξε κοσμαγάπητος και περιζήτητος στα μεγαλύτερα γλέντια της εποχής του, μα και στις απλές εκδηλώσεις, τις χαρές και τα πανηγύρια του λαού μας. Πέθανε κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής (1941-1944). Η τοπική λαϊκή μούσα εξύμνησε το χαρακτήρα και τις ικανότητές του με τις μαντινάδες:

Κοντόχα, παιγνιδιάτορα κι όμορφο παλληκάρι,
εγλεντιστή, τραγουδιστή, ’πό το Θεό ’χεις χάρη.

Δεν είδανε τα μάθια μου περβόλι στο χαράκι,
εγλεντιστή, τραγουδιστή ωσάν τον Κοντοχάκη.

Αναφέρομε το περιστατικό ενός μικρού θαυμαστή του (ήταν ο Μιχάλης Νισιωτάκης πριν από περίπου 70 χρόνια), που σε κάποιο γλέντι τον πλησίασε και του είπε μια μαντινάδα που του είχε μάθει από πριν η μάνα του:

Χαρώ τα ’γώ, λυράρη μου, τα πέντε σου δαχτύλια,
είντ’ απαλά, ψιμυδευτά χαϊδεύγουνε τη λύρα!

Ο Κοντόχας, ενθουσιασμένος, του έδωσε αμέσως την απάντηση με μαντινάδα της στιγμής:

Επαίνεσες με, μάθια μου, κι εγώ δα σε παινέσω
και στσ’ ακριβές σου τσι χαρές λυρα πολύ θα παίξω.

Εχει και άλλο »

WP Greet Box icon
Καλώς όρισες! Θα ήθελα να σου υπενθυμίσω ότι μπορείς να εγγραφείς στο RSS feed για να ενημερώνεσαι άμεσα για τα νέα άρθρα μέσω του αγαπημένου σου RSS reader.
Ενα κλικ στους υποστηρικτές μας;

About Me

Αυτό το site, προέκυψε μετά από την ένωση του blog του mantinades.gr και του γνωστού σε όλους cretan-music.gr Δύο site, που ενώ ήταν διαφορετικά ως προς τη θεματολογία τους, είχαν τον ίδιο σκοπό. Τη διάδοση της πραγματικής Κρητικής μουσικής και την προστασία της από προσπάθειες αλλοτρίωσης της και παγκοσμιοποίησής της. Ετσι αποφασίστηκε, ότι η ένωση των δύο αυτών site, θα ήταν το καλύτερο, τόσο για ουσιαστικούς λόγους παρουσίασης των άρθρων και των απόψεων, όσο και για τεχνικούς λόγους. Περισσότερες πληροφορίες για τους συντελεστές αυτού του site, μπορείτε να βρείτε εδώ.

Twitter

    Photos