Λέξη:χαϊνης

Μοιραστείτε:

– αντάρτης, επαναστάτης, φυγόδικος (για επαναστατικούς λόγους)
– τεμπέλης (ειρωνικά)

Ετυμολογία
τουρκική hain (δόλιος, προδότης)

« Επιστροφή στο ευρετήριο