Λέξη:ντακέρνω

Μοιραστείτε:
« Επιστροφή στο ευρετήριο

– ξεκινώ, αρχίζω μια δουλειά (π.χ. από Δευτέρα δα ντακάρω τον τρύγο)
– επιπλήττω, μαλώνω, κατσαδιάζω

Ετυμολογία
από το ιταλικό attaccare = εφαρμόζω, επιτίθεμαι, μεταδίδομαι

Συνώνυμα:
καταμουρίζω, μοτσέρνω, μποτονιέρνω, μπαγλέρνω
« Επιστροφή στο ευρετήριο