Λέξη:ψιμυθευτός

Μοιραστείτε:
« Επιστροφή στο ευρετήριο

– καλλωπισμένος, ελκυστικός, όμορφος

Ετυμολογία
Ρηματικό επίθετο του ρήματος ψιμυθεύω &lt ψιμύθιον = πούδρα, κάθε καλλυντικό

« Επιστροφή στο ευρετήριο