Λέξη:σεκλέτι

Μοιραστείτε:
« Επιστροφή στο ευρετήριο

– θλίψη, στεναχώρια, καημός

Ετυμολογία
τουρκική sıklet = βάρος, θλίψη, καημός < αραβική ثقلة, (thaqlat)

« Επιστροφή στο ευρετήριο