Λέξη:σεβντάς

Μοιραστείτε:

– ερωτικό πάθος (συνήθως ανικανοποίητο)
– διακαής πόθος, από καρδιάς

Ετυμολογία
σεβντάς < τουρκική sevda < αραβική سوداء (sawdāʾ: μαυρίλα, μελαγχολία)

« Επιστροφή στο ευρετήριο