Λέξη:ζουγλός

Μοιραστείτε:

– ανάπηρος, κουτσός, κουλός, παράλυτος
– με παραμορφωμένα άκρα, χτυπημένος στα χέρια ή στα πόδια

« Επιστροφή στο ευρετήριο