Στον τομέα της διασκέδασης σήμερα όλα υπακούουν στα κελεύσματα του επαγγελματισμού. Μεγάλα και πολυτελή κέντρα, πολυμελή μουσικά συγκροτήματα, τέλεια μηχανήματα ενίσχυσης του ήχου, ρομποτοποιημένοι σερβιτόροι, λουλούδια κλπ. Τα παλαιότερα όμως χρονια όλα τα παραπάνω ήταν πιο απλά και ανθρώπινα.

Τα γλέντια οργανώνονταν στα ταπεινά καφενεία του χωριού, στα δώματα των σπιτιών, στους περιβόλους των εκκλησιών, στις αλάνες κάτω από τεράστιες καρυδιές και γερικους πλατάνους, μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες και όπου αλλού μπορούσαν να σύρουν τα βήματά τους οι χορευτές. Οι οργανοπαίκτες ήταν, κατά κύριο επάγγελμα ξωμάχοι, που γνώρισαν παράλληλα λίγη μουσική, με την οποία συντόνιζαν τα ζάλα των χορευτών. Το μουσικό όργανο που κυριαρχούσε παλαιότερα ήταν η ασκομαντούρα. Ο χωριανός μου ο μαντουράρης, με μόνη την ασκομαντούρα, διεκπεραίωσε μουσικά δεκάδες γάμους και άλλα τόσα τοπικά πανηγύρια. Αργότερα μπήκε στην υπηρεσία του γλεντιού, στα μέρη του Λασιθίου, το βιολί, η μαντόλα και το λαγούτο. Οι βιολάτρες του τόπου μου δεν ήταν σίγουρα Καλογερίδηδες. Ολοι τους όμως έβγαζαν το γλέντι και διασκέδαζαν τους χωριανούς μου. Από όλους τους βιολάτορες ξεχώριζε ο Γεράνης, ένας υψηλόκορμος Αγιοπαρασκιώτης που είχε παντρευτεί στον Αβρακόντε και έπαιζε και ευρωπαϊκά ταγκό, βάλς και Μπόσα Νόβα. Καλός ήταν κι ένας άλλος Αβρακοδιανός ο Μιλτιάδης παρόλο που δεν προσάρμοζε τις μαντινάδες του στις εποχές του χρόνου. Ετσι σ’ένα γλέντι που γινόταν στην καρδιά του χειμώνα τραγουδούσε: “Ηρθε πάλι η άνοιξη, τα χελιδόνια εφτάξαν!..” Εξω όμως είχε σταθεί μισό μέτρο το χιόνι.
Εχει και άλλο »